Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

«Η κωμωδία των παρεξηγήσεων» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ

ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΑΙΞΠΗΡ ΑΝΕΒΑΣΑΝ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ
Τ
ο έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Η κωμωδία των παρεξηγήσεων» παρουσίασε η θεατρική ομάδα της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης την Παρασκευή 16 Μαϊου ενώπιον των καθηγητών, γονέων και μαθητών του γυμνασίου.
Η καθηγήτρια καλλιτεχνικών κ. Μέλπω Γεωργούδη σκηνοθέτησε την παράσταση, επιμελήθηκε τα σκηνικά, κοστούμια και τη μουσική, ενώ τα πρόσωπα του έργου ενσάρκωσαν οι μαθητές Γ. Χατζόπουλος, Σ. Δούκας, Ε. Παπαδόπουλος, Α. Καρέλης, Ν. Φίσερ, Α. Αδαμόπουλος, Χ. Ζαφειρόπουλος, Α. Σταμάτη, Ε. Σταμάτη, Θ. Θεοδωροπούλου, Ε. Σπυροπούλου, Α. Καραμαούνας, Γ. Χριστόπουλος, Ε. Βενετσάνος, Δ. Ζαφειροπούλου, Φ. Αριστοπούλου, Σ. Γλαρού, Λ. Μποράκης, Α. Ζωγράφου, Ι. Κουφαλέξη, Σ. Πάντας και Ε. Πανοπούλου.
Η υπόθεση του έργου περιστρέφεται γύρω από δύο ζευγάρια διδύμων, δύο αδέρφια πανομοιότυπα που κυκλοφορούν σε μια πόλη με δύο υπηρέτες πανομοιότυπους, χωρίς να γνωρίζει ο ένας την ύπαρξη του άλλου, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται μπερδέματα και ευτράπελες περιπέτειες.
«Το θέατρο στο γυμνάσιο είναι μια διαφορετική δραστηριότητα των μαθητών που τους επιτρέπει να γνωρίσουν τον εαυτό τους, να δουλεύουν ομαδικά και να σέβονται τους άλλους» λέει η καθηγήτρια της Ευαγγελικής Σχολής δρ. Ευτυχία Νικολακοπούλου.
Από την πλευρά της, η κ. Γεωργούδη αναφέρει ότι «η γνωριμία των παιδιών με το Σαίξπηρ πολλαπλασίασε τις εκφραστικές τους ικανότητες πολύ πέραν του καθημερινού λεξιλογίου, που περιορίζεται σε ελάχιστες τυποποιημένες εκφράσεις».

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2008

ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ Μ.ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ

100 χρόνια από τη γέννηση του Μ. Καραγάτση

(1908-1960)1

της Δρ Ευτυχίας Νικολακοπούλου

Ο Μ. Καραγάτσης 1908-1960 είναι ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της «γενιάς του 30» που το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Ροδόπουλος. Όλα τα έργα του, τα υπέγραφε με το ψευδώνυμο Μ. Καραγάτσης, γεγονός που προκάλεσε σύγχυση σε αρκετούς φιλολόγους, οι οποίοι ερμήνευαν συχνά το "Μ" ως Μιχάλης, εξ αιτίας των ηρώων του Μιχάλη Καραμάνου στον Γιούγκερμαν και του Μιχάλη Ρούση στον Μεγάλο ύπνο, που θεωρούνται περσόνες του συγγραφέα. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1908. Ο πατέρας του Γεώργιος Ροδόπουλος, ήταν δικηγόρος και πολιτικός, με καταγωγή από την Πάτρα, αλλά ήταν εγκατεστημένος στη Λάρισα. Ο συγγραφέας πέρασε την παιδική του ηλικία σε διάφορες πόλεις εξ αιτίας των μετακινήσεων της οικογένειάς του. Μετά την ολοκλήρωση της βασικής εκπαίδευσης γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Grenoble στη Γαλλία. Για οικονομικούς λόγους επέστρεψε στην Αθήνα ένα χρόνο μετά, και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών απ' όπου αποφοίτησε το 1930. Εκεί μάλιστα είχε συμφοιτητές και άλλους λογοτέχνες, όπως τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Άγγελο Τερζάκη και το Γιώργο Θεοτοκά. Στην εφηβική του ηλικία Ο Μ. Καραγάτσης έγραφε ποιήματα. Σύντομα όμως εγκατέλειψε την ενασχόληση με την ποίηση και στράφηκε στην πεζογραφία. Ως πεζογράφος πρωτοεμφανίστηκε το 1927 με το διήγημα Η κυρία Νίτσα, το οποίο υποβλήθηκε στον διαγωνισμό της Νέας Εστίας και πήρε το τρίτο βραβείο. Πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό διήγημα εμπνευσμένο από τον παιδικό του έρωτα για μια εικοσάχρονη δασκάλα του στο δημοτικό σχολείο στη Λάρισα. Το πρώτο του μυθιστόρημα ήταν Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν, το 1933. Προηγουμένως είχε δημοσιεύσει πολλά διηγήματα, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως νομικός σύμβουλος σε μια Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλειών. Από το 1946 ανέλαβε τη θεατρική στήλη της εφημερίδας «Βραδυνή» και το 1952 άρχισε να εργάζεται στη διαφημιστική εταιρεία ΑΔΕΛ. Το 1956 και το 1958 ήταν υποψήφιος βουλευτής με το κόμμα των Προοδευτικών του Σπύρου Μαρκεζίνη. Δεν είχε κάνει καμία προεκλογική προετοιμασία και όπως ήταν φυσικό, απέτυχε και τις δύο φορές. Το 1958 έπαθε ένα σοβαρό έμφραγμα που τον οδήγησε στην σταδιακή αποξένωση του από τους φιλικούς κύκλους. Εν τούτοις, συνέχισε να εργάζεται και να γράφει καθώς είχε ξεκινήσει το έργο Το 10, που θα ήταν το πρώτο μέρος μιας τετραλογίας. Όμως, δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει και στις 13 Σεπτεμβρίου 1960 έπαθε έμφραγμα και λίγες ώρες μετά, τα ξημερώματα της 14ης Σεπτεμβρίου, πέθανε.

ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

Τα πρώτα έργα του Καραγάτση, από το 1925 ως το 1933, ήταν διηγήματα. Από αυτά, όσα γράφτηκαν πριν από το 1927, δεν τα εξέδωσε ο ίδιος. Το 1933, με το μυθιστόρημα Συνταγματάρχης Λιάπκιν, εγκαινιάστηκε η ώριμη περίοδος της πεζογραφίας του. Μαζί με τα δύο άλλα μυθιστορήματά του Χίμαιρα, Γιούγκερμαν, δημιουργήθηκε η τριλογία με τίτλο Εγκλιματισμός κάτω από τον Φοίβο. Κοινό θέμα αποτελεί η αποτυχημένη προσπάθεια προσαρμογής τριών ξένων που βρέθηκαν στην Ελλάδα όπως ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν που ήταν υπαρκτό πρόσωπο, ο Ρώσος στρατιωτικός Βασίλι Βασίλιεβιτς Νταβίντωφ, ο οποίος μετά την Ρώσικη Επανάσταση βρέθηκε στη Λάρισα και εργαζόταν στη Γεωργική Σχολή αλλά και ο κεντρικός ήρωας του Γιούγκερμαν που ήταν επίσης Ρώσος στρατιωτικός και ο οποίος εξελίχθηκε σε μεγάλο οικονομικό παράγοντα της Αθήνας. Η ηρωίδα της Χίμαιρας, Μαρίνα, ήταν Γαλλίδα, παντρεμένη με Έλληνα ναυτικό, που ζούσε στη Σύρο. Και οι τρεις ήρωες απέτυχαν να "εγκλιματιστούν" και τελικά οδηγήθηκαν στην καταστροφή.

Επόμενος σημαντικός σταθμός στην πεζογραφία του Μ.Καραγάτση είναι το Χαμένο νησί, έργο που ξεχωρίζει από την υπόλοιπη πεζογραφία του, εξ αιτίας της απόστασής του από τον ρεαλισμό και την σύγχρονη πραγματικότητα.2 Κεντρικός ήρωας του έργου είναι ο Γερόλυμος Αβαράτος, δεύτερος πλοίαρχος και μοναδικός επιζών από το πλήρωμα ενός πλοίου που ναυάγησε στην Τήλο. Ο ήρωας αναγκάστηκε να μείνει στο νησί για καιρό λόγω άσχημων καιρικών συνθηκών. Σταδιακά οι κάτοικοι του νησιού παρατήρησαν περίεργα κλιματολογικά φαινόμενα, διαπίστωσαν ότι οι πυξίδες έδιναν λανθασμένες συντεταγμένες και τέλος αποκαλύφθηκε ότι το νησί είχε αποκοπεί από την υφαλοκρηπίδα και έπειτα το ταξίδι στην θάλασσα σταθεροποιήθηκε στον Ειρηνικό Ωκεανό με το όνομα Ταϊλί.

Στη συνέχεια ο συγγραφέας επιχείρησε να γράψει μια ευρεία, ιστορικού περιεχομένου σύνθεση, με γενικό τίτλο Ο κόσμος που πεθαίνει. Η σειρά θα περιελάμβανε δέκα βιβλία που θα αναφέρονταν στην ιστορία μιας οικογένειας από το 1821 ως τη σύγχρονη εποχή. Από αυτά έγραψε τελικά μόνο τρία: Ο Κοτζάμπασης του Καστρόπυργου, Αίμα χαμένο και κερδισμένο, Τα στερνά του Μίχαλου.

Ο ήρωας του Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου, Μίχαλος Ρούσης, ήταν Έλληνας προεστός που αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και αλλαξοπίστησε, για να σώσει τη ζωή του. Η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα από τη ζωή ενός προγόνου του συγγραφέα που ονομαζόταν, Μήτρος Ροδηθάνας ή Ροδόπουλος. Παρ' όλο που δεν ολοκλήρωσε αυτή τη σύνθεση, συνέχισε να ενδιαφέρεται για ιστορικά θέματα και να εμπνέεται από αυτά. Έκανε την απόπειρα να γράψει ένα καθαρά ιστορικό έργο, την Ιστορία των Ελλήνων, από το οποίο έγραψε τελικά μόνο τον πρώτο τόμο για την αρχαία Ελλάδα καθώς και την μυθιστορηματική βιογραφία Βασίλης Λάσκος, για τον πλοίαρχο του υποβρυχίου "Κατσώνης". Το τελευταίο έργο του σχετικό με την ιστορία έχει τελείως διαφορετικό χαρακτήρα: το Σέργιος και Βάκχος, με πρωταγωνιστές τους Αγίους Σέργιο και Βάκχο, είναι σατιρική και καυστική κριτική και μια προσπάθεια απομυθοποίησης της ιστορίας μας.

Προς το τέλος της ζωής του, ο Μ. Καραγάτσης σχεδίαζε άλλη μια ενότητα, τεσσάρων έργων, από την οποία πρόλαβε να ξεκινήσει μόνο το 10.Το μυθιστόρημα παρέμεινε ατελείωτο πριν ακόμα να διορθωθεί. Οι ήρωές του έμειναν ξαφνικά ανολοκλήρωτοι, ασύνδετοι, αποσπασματικοί, εγκαταλελειμμένοι. Πρόκειται για μια παρέλαση από ογδόντα περίπου χαρακτήρες που δεν ολοκληρώθηκαν και παρέμειναν έτσι τα μοναδικά φαντάσματα ίσως, στη νεοελληνική πεζογραφία του δεύτερου ημίσεως του εικοστού αιώνα. Εντούτοις, το τμήμα που πρόλαβε να γράψει πριν από το θάνατό του, μας αφήνει να υποθέσουμε πως το έργο αυτό, αν ολοκληρωνόταν, θα ήταν σίγουρα ένα από τα καλύτερά του. Διαδραματίζεται σε μια λαϊκή πολυκατοικία του Πειραιά με κεντρικό πλαίσιο το λιμάνι, που ο συγγραφέας επισκεπτόταν κάθε πρωί όπου και παρατηρούσε κάθε λεπτομέρεια που θα κοσμούσε το έργο του. Στην εισαγωγή γράφει:

«Τα βαπόρια εισέπλεγαν βαριεστημένα μέσα σε τούτη την κόλαση, σκίζοντας με προσπάθεια το πηχτό και θολό χλεμπονιάρικο νερό, πλεύριζαν, ή έδεναν πρυμάτσες, ξερνούσαν ανόρεχτα επιβάτες και φορτία στη στεριά»3

Πιο πέρα παρατηρεί:

«Αργά στριφογύριζαν οι γερανοί στους ντόκους. Σέρνονταν αγκομαχώντας τα καμιόνια στην αναλυτή άσφαλτο, οι εργάτες του λιμανιού έκαναν τη δουλειά με μηχανικές κινήσεις, σαν ρομπότ υπνωτισμένα[...]Μικρή κίνηση στα μαγαζιά[...], πελάτες ελάχιστοι

Ο χαρακτηρισμός που απέδωσαν οι περισσότεροι κριτικοί της λογοτεχνίας στον Καραγάτση είναι ότι ήταν «γεννημένος πεζογράφος». Όλοι αναγνώριζαν την αφηγηματική του ευχέρεια και τη δημιουργική φαντασία του. Ειδικά η φαντασία του είναι αυτό που τον ξεχωρίζει από τους περισσότερους, και όχι μόνο αυτούς της γενιάς του. Πολλοί τον κατηγόρησαν ως προχειρογράφο, που δεν ενδιαφερόταν για την επιμέλεια της μορφής των έργων του. Η αλήθεια είναι ότι τα χειρόγραφά του δείχνουν ότι σπάνια έκανε αλλαγές στα έργα του, αλλά αυτό αποδεικνύει ακριβώς την αφηγηματική ευχέρεια που έλειπε από πολλούς συγγραφείς της γενιάς του.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ

Ο συγγραφέας συμφωνεί ενδόμυχα για τη συγγένεια που υπάρχει ανάμεσα στις ιδιότητες του αστυνομικού και του λογοτέχνη. Καθώς εξετάζει τις συνθήκες και τα αίτια, του θανάτου του Μάνου Τασάκου εφαρμόζει απλόχερα τους κανόνες του αστυνομικού μυθιστορήματος. Με αυτή τη βάση προχωράει περιγράφοντας μια σειρά τεχνάσματα και στρατηγήματα, που εκτυλίσσονται για να κάνουν τελικά μια έξυπνη και αφηγηματική ιστορία. Εξ άλλου, από την άφθονη παρουσία λογοτεχνικών προσώπων όπως Καραγάτσης, Κωστής Ρούσης, Μάνος Τασάκος, ο γιατρός Χρίστος Νεζερίτης, Νίκος, Μίλτος, Μαρία, Κατερίνα τα τέσσερα από αυτά είναι λογοτέχνες (Καραγάτσης, Ρούσης) ή και, λογοτέχνες (Τασάκος, Νεζερίτης)! Το πράγμα αυτό έχει ενδιαφέρουσες συνέπειες. Αρχικά η αστυνομικά δομημένη «υπόθεση» και δράση του έργου διακόπτεται από παρεμβολές ή παρεκβάσεις που έχουν καθαρά λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Αναφέρουμε ενδεικτικά τις συγκριτικές παρατηρήσεις που κάνει ο αφηγητής ανάμεσα στο δικό του έργο και του Κωστή Ρούση. Η ανάλυση του έργου που επιχειρούν ο ένας ή ο άλλος, οι συναφείς διάλογοι που εκφράζουν τις διαφορετικές θέσεις και τις αντιθέσεις τους, η κριτική και νουθεσίες του έμπειρου Ρούση προς τον αρχάριο Τασάκο, καθώς και οι σχέσεις κριτικής λογοτεχνίας και κοινού. Από την παραπάνω σύνθεση της ομάδας των κύριων προσώπων παράγεται η ίδια η δράση του έργου καθώς οι ήρωες-λογοτέχνες, παρεμβαίνουν στη ροή τής πραγματικότητας και την επηρεάζουν. Αυτό ισχύει κατεξοχήν για τον Τασάκο, που κατάφερε να ανακατέψει όλους γύρω απ’ τον άξονα της περιουσίας του Κωστή Ρούση. Στον Κίτρινο φάκελο, ο Καραγάτσης διάβασε ένα ντοσιέ για ταξινόμηση αλληλογραφίας, γεμάτο από χειρόγραφα και άλλα στοιχεία, με την ένδειξη: «Διάφορα στοιχεία για τα μυθιστορήματα "Θέσεις κι αντιθέσεις" του Μάνου Τασάκου. " Να το γράψει ο Καραγάτσης, Μάνος». Διάβασε λοιπόν στο φάκελο αυτό και την ακόλουθη σημείωση: «"Ας δούμε πώς ο συγγραφέας θα οργανώσει ένα πειραματικό μυθιστόρημα. Ξεκινάει από μια θεωρητική θέση: Λόγου χάρη ότι το πάθος τής υλικής κατοχής είναι το πρώτιστο στην ανθρώπινη φύση, και παραμερίζει κάθε άλλο αίσθημα στοργής, αγάπης, έρωτα, ευσπλαχνίας, φιλανθρωπίας, τιμιότητας. "Ανακαλύπτει μιαν ομάδα ανθρώπων συνδεδεμένων με όλα τούτα τα αισθήματα. Το πάθος της υλικής κατοχής υπάρχει βέβαια, αλλά υποβόσκει ενώ τα άλλα αισθήματα κυριαρχούν επιφανειακά.

ΟΙ ΥΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο Μ. Καραγάτσης λοιπόν, ως "πειραματικός μυθιστοριογράφος" επεμβαίνει στη ζωή των ηρώων του. Υποδεικνύει στο γιο ότι ο πατέρας του τον αδικεί στην κληρονομιά, στον πατέρα ότι οι κληρονομικές αξιώσεις του γιου είναι αδικαιολόγητα υπερβολικές" στη σύζυγο ότι ο άντρας της δεν φροντίζει να την εξασφαλίσει οικονομικά, μετά το θάνατό του όπως πρέπει, στο σύζυγο ότι η γυναίκα του σπαταλάει δυσανάλογα με την μικρή προίκα που του έδωσε, στην κόρη ότι στο γάμο, ο ερωτάς δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ευτυχία της ευπορίας, στον αδερφό πως είναι κορόιδο να παλεύει να προικίσει την αδελφή, στο γαμπρό πως είναι ανοησία να μην αξιώσει μεγαλύτερη προίκα. Βέβαια, ο κάθε ήρωας αντιδρά διαφορετικά στις προκλήσεις του συγγραφέα. Η εκδήλωσή του έρχεται συχνά σε αντιδιαστολή με την αντίδραση του άλλου δημιουργώντας αλυσιδωτές συγκρούσεις. Βαθμιαία, τα συναίσθημα υποχωρεί και παίρνει το προβάδισμα το υλικό συμφέρον και η οικονομική απαίτηση με τέτοιο τρόπο, ώστε να καταρρέει η συναισθηματική ισορροπία της ομάδας. Το αν ο μυθιστοριογράφος πέτυχε ή όχι το επιθυμητό αποτέλεσμα, εξαρτάται από τη ραδιουργική του δεξιοτεχνία, άλλα κι από την αντίδραση των ατόμων της ομάδας. 'Όμως, η κατάρριψη μιας "θέσης" θα κρίνεται σαν αντίθεση, αλλά και πάλι υπάρχει δικαιολογημένη αιτία συγγραφής μυθιστορήματος. Για παράδειγμα, ο Τασάκος γίνεται ο κύριος εμψυχωτής μίας διαδικασίας επικρότησης ή κατάρριψης μιας γενικότερης άποψης και θέσης. Το γεγονός ότι πέθανε, είτε αυτοκτονώντας είτε δολοφονημένος από ένα από τα θύματα της «ραδιουργικής του δεξιοτεχνίας», μπορεί να υποδηλώνει ότι ο άνθρωπος μπορεί να αντισταθεί στη διαβρωτική επίδραση του πάθους της υλικής κατοχής.

Αυτός ο προσανατολισμός, του έργου ώθησε τον Μ. Καραγάτση να εγκαταλείψει τα παραδοσιακά καλλιτεχνικά μέσα, για να δώσει αποκλειστική προτεραιότητα σε μια πλοκή του μύθου καθαρά αστικής υφής, συγκεντρώνοντας τη γοητεία της ανάγνωσης στην προοδευτική ανάδειξη του διλήμματος: φόνος ή αυτοκτονία; Ό συγγραφέας είναι κατηγορηματικός και σαφής:

«η υφή του μύθου με υποχρέωσε να γυμνώσω το κείμενο από λυρισμούς, μακροσκελείς κι υποκειμενικές λοξοδρομίες. Απόμεινα όσο μπορούσα στα γεγονότα και τις καταστάσεις, που κυρίως εκδηλώνονται με τις συνομιλίες των προσώπων».

ΠΡΟΣΜΕΙΞΗ ΤΗΣ ΘΕΑΤΡΙΚΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

Ο συγγραφέας προσχώρησε επίσης στο θεατρικό είδος με την εφαρμογή μιας πρόσμειξης της θεατρικής με την αφηγηματική τέχνη. Στον Κίτρινο φάκελο η ανάγκη της επιχειρηματολογίας και της αντίκρουσης είναι τόσο έντονη, ώστε ο πλάγιος αφηγηματικός λόγος συχνά εγκαταλείπεται και περνάει σε καθαρούς διάλογους4. Η συνύπαρξη πραγματικού και φανταστικού, όπως ο υπαρκτός τάφος του Ξενόπουλου δίπλα στον ανύπαρκτο τάφο του Μάνου Τασάκου προσιδιάζει, κατ’ εξοχήν στο θεατρικό είδος, στη θεατρική παράσταση, όπου έχουμε συγχρόνως το πραγματικό προσωπείο και το φανταστικό πρόσωπο. Ήδη όμως σ' αύτη τη θεατρική μεταμφίεση, που δεν μπορεί ποτέ να γίνει μεταμόρφωση, όπως είναι δυνατό να συμβεί στα άλλα λογοτεχνικά είδη, υπάρχει κάτι από το αστυνομικό μυστήριο….

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Δ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ


Ο Μ. Καραγάτσης είναι, βεβαίως, γνωστός ως ένας από τους πιο χειμαρρώδεις και ρωμαλέους πεζογράφους της νεότερης λογοτεχνίας μας" σαν ένας, πεζογράφος μάλιστα, που καλλιέργησε έναν αντιλυρικό ρεαλισμό που έδινε συχνά την εντύπωση ενός νατουραλισμού όπως εκείνου του «πειραματικού μυθιστορήματος» του Ζολά. Παρ' όλη, όμως, την προγραμματική μέσα στο πεζογραφικό έργο του περιστολή της ποιητικότητας σε κάθε επίπεδο της διήγησης, ο Καραγάτσης πολλές φορές κατέφυγε σε μιαν απευθείας καλλιέργεια του ποιητικού λόγου. Δείγματα της δραστηριότητάς του αυτής είδαν το φως της δημοσιότητας, και με τον τρόπο αυτόν έχει γίνει γνωστό πως ο Μ. Καραγάτσης «έχει γράψει και ποιήματα». Αυτό, όμως, που δεν είναι γνωστό είναι πως τα δημοσιευμένα ποιήματά του αποτελούν ένα ελάχιστο μέρος των ποιημάτων που βρίσκονται στο αρχείο του συγγραφέα, τα όποια έγραψε από τις αρχές της δεκαετίας του '20 έως το τέλος της δεκαετίας του 40, και πως μέσα στο παρελθόν του πεζογράφου Μ. Καραγάτση που έγραψε και κάποια ποιήματα, υπάρχει ένας ποιητής Δ. Γ. Ροδόπουλος5. Πρέπει, βεβαίως προηγουμένως να δεχθούμε ότι τα ποιήματα αυτά δεν προσθέτουν κάτι στο λογοτεχνικό έργο του Καραγάτση. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν βρίσκεται κυρίως στο υλικό από το όποιο συνθέτονται, και όχι σε αυτά τα 'ίδια"6. Αυτό συμβαίνει από το ένα μέρος επειδή ο κύριος όγκος των ποιημάτων αυτών γράφηκε κατά τη διάρκεια μιας περιόδου κατά την οποία διαμορφωνόταν η προσωπικότητά του, και από το άλλο μέρος επειδή τα περισσότερα από αυτά άμεσα ή έμμεσα έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Πράγματι, ο ομιλητής στα ποιήματα του Δ. Γ. Ροδόπουλου πάντα προσδιορίζεται: είναι ένα πρώτο πρόσωπο, Ένα «εγώ»" και αυτό το «εγώ» όχι μόνο δεν αποκρύπτει, άλλα και καλλιεργεί την ταύτισή του με το πρόσωπο του ποιητή, προβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα των ποιημάτων. Η αυτοβιογραφική ταύτιση του ομιλητή ενός ποιήματος με τον ίδιο τον ποιητή υπό κανονικές συνθήκες δεν παίζει κάποιον ιδιαίτερο ρόλο στην κατανόηση ενός ποιήματος, στην περίπτωση όμως του Δ. Γ. Ροδόπουλου έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή τα ποιήματά του αξιολογούνται όχι από λογοτεχνική αλλά από βιογραφική άποψη και αντανακλούν άμεσα προσωπικές εμπειρίες ή συναισθήματα στα οποία ο νεαρός λογοτέχνης προσπαθεί να δώσει νόημα. Το γεγονός ότι προσπαθεί να αποσπάσει κάποιο νόημα από τις εμπειρίες του ή, αλλιώς, να δώσει κάποιο νόημα στη ζωή του μέσα από το γράψιμο ποιημάτων, προδιαγράφει και κάνει σαφή την κατεύθυνση που γενικά θα πάρει αυτή ή προσπάθεια που θα γίνει πολύ πιο σύνθετη και παράλληλα ασαφής, αφού θα ενσωματωθεί και θα αφομοιωθεί μέσα σε μια γνήσια καλλιτεχνική μορφή: στο καραγατσικό μυθιστόρημα. Το κίνητρο, λοιπόν για τη μελέτη των ποιημάτων του Καραγάτση, είναι βιογραφικό ή και ψυχολογικό. Η παραδοχή της παρουσίας ενός τέτοιου κινήτρου κάνει εξ αρχής σαφές πως το ερευνητικό ενδιαφέρον δεν στρέφεται ή δεν περιορίζεται στην ποιότητα των ποιημάτων του από αυτή την άποψη διότι ένα αποτυχημένο ποίημα μπορεί να αποδειχθεί εξίσου ή και περισσότερο χρήσιμο από ένα άλλο που είναι αισθητικά άρτιο. Τέτοια «χρήσιμα» ποιήματα υπάρχουν πολλά ανάμεσα στα ποιήματα της πρώτης συγγραφικής περιόδου, και ιδίως εκείνα πού γράφτηκαν μέχρι το 1932.

Τα ποιήματα που υπάρχουν στο αρχείο του Μ. Καραγάτση, καλύπτουν ένα τέταρτο του αιώνα (1922-1949). Σε αυτό το χρονικό διάστημα, η ποίηση έπαιξε γι αυτόν πολύ διαφορετικούς έως και αντίθετους ρόλους. Έτσι, ενώ στην αρχή αποτελούσαν απλώς ένα μέσο έκφρασης εντελώς προσωπικών στοχασμών και αισθημάτων, στη συνέχεια έγιναν ένα μέσο συνειδητής καλλιτεχνικής έκφρασης, για να καταλήξουν στη δεκαετία του '40 σε ένα ανώδυνο έως και άσκοπο παιχνίδι ρυθμών και λέξεων.

Από αυτά γίνεται φανερό πως το βιογραφικό και ψυχολογικό ενδιαφέρον των ποιημάτων αυτών μειώνεται όσο περνούν τα χρόνια Τα ποιήματα του Καραγάτση μπορούμε να τα κατατάξουμε σε τέσσερις περιόδους:

α) Τα ποιήματα των εφηβικών, γυμνασιακών χρόνων (1922-1924).

β) Τα ποιήματα των νεανικών χρόνων (1925-1929).

γ) Τα ποιήματα των χρόνων της προσωπικής του κρίσης (1930-1932).

δ) Τα ποιήματα-πάρεργο, τα όποια γράφει ως καθιερωμένος πλέον πεζογράφος (1933-1949).Τα ποιήματα αυτά είναι γραμμένα με μελανί μολύβι. Τα θέματα, ο γραφικός χαρακτήρας, και οι πολλές διορθώσεις δείχνουν πώς πρόκειται για τα πιο παλιά από τα ποιήματα που διατήρησε στο αρχείο του ο Μ. Καραγάτσης. Πρέπει να δεχτούμε πως είναι γραμμένα πριν από το 1925, από το έτος δηλαδή κατά το όποιο έχουμε συγκεντρωμένα από τον ίδιο σε ένα σώμα εξήντα έξι (66) ποιήματα. Έχουν υπογραφή που έχει προστεθεί αργότερα με μολύβι μαύρο: «Δ. Γ. Ροδοπουλος». Και αυτό, επίσης, αποτελεί ένα επιπλέον τεκμήριο της χρονολόγησης τους πριν από το 1925, γιατί από το έτος αυτό ο Μ. Καραγάτσης αποκτά τη συνήθεια στο τέλος του κάθε ποιήματος να υπογράφει και να σημειώνει χρονολογία γραφής. Το ενδιαφέρον τους εντοπίζεται στο γεγονός ότι πάντα αποκαλύπτουν κάποια από τις φάσεις από τις όποιες περνούσε η διαμορφούμενη προσωπικότητά του και ο συνεχώς δοκιμαζόμενος ψυχισμός του.


ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ

Γιούγκερμαν,

Αν και είχε κατακριθεί από τους ηθικολόγους των «Νεοελληνικών Αναγνωσμάτων», ο Μ. Καραγάτσης ήταν ένας δημοφιλής συγγραφέας, γεγονός που εξηγεί, έστω και με αύτη την τοπικά εντοπισμένη αναφορά, την πλατιά κυκλοφορία των βιβλίων του. Χωρίς περιστροφές ήταν ένας συγγραφέας, σημαντικός που απείχε όμως πολύ από την κλασική ιδιοσυγκρασία ενός Παπαδιαμάντη. Χυδαίος και απροκάλυπτα κυνικός άγγιζε τις συνειδήσεις των αναγνωστών του επειδή το βάθος ήταν ευθύς και ανθρώπινος. Δεν ωραιοποιούσε την πραγματικότητα, την εξέθετε όπως ήταν. Μπορεί να ήταν ερωτοπαθής, όμως ήταν ειλικρινής. Βίωνε, ίσως την τραγωδία του, χωρίς μεταφυσικές αναζητήσεις και η γραφή του ίσως να αποτελούσε ένα μέσο αποσόβησης των παθών του. Μάλλον δυναστευόταν από ένα, ανικανοποίητο ίσως, αφροδισιακό σύνδρομο που το μετέφερε στους ήρωές του. Επομένως, για να μορφοποιήσει τους χαρακτήρες τους, κοίταζε μέσα στην ψυχή του και τους περνούσε απ’ το καθαρτήριο της δικής του προσωπικότητας, εμφυσώντας τους ασυνείδητα τα δικά του εξατομικευμένα χαρακτηριστικά. Περιέγραφε ωμά, και μάλιστα κατά σύστημα, μία σκηνή βιασμού παραστατικά και θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι τη βίωνε εσωτερικά, αναπαράγοντάς την μέσα του χωρίς να το συνειδητοποιεί.

Ως άνθρωπος, ο Μ. Καραγάτσης ήταν υπερευαίσθητος, εκρηκτικός, οξύθυμος, ντόμπρος, ανεξάρτητος, ζωντανός, ανιδιοτελής, πολλές φορές εγωιστής αλλά καλόκαρδος. Δίκαιος, ανθρώπινος, χαρισματικός γοητευτικός, επίμονος, χλευαστικός, πάντα προκλητικός, οξυδερκής, ανηλεής. Πρόκειται για μια συγγραφική προσωπικότητα που διέπρεψε σε όλα τα είδη του πεζού λόγου και της κριτικής, χωρίς να αρνηθεί τη δημοσιογραφία. Έτσι, ο πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου Πέτρος Μάρκαρης μίλησε για «τον μεγάλο συγγραφέα της γενιάς του 30 και γενικότερα που έβαλε τη σφραγίδα του στο μυθιστόρημα», ενώ δεν έκρυψε την προτίμησή του για τον Κίτρινο φάκελο, το οποίο χαρακτήρισε ένα από τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Από την πλευρά του, ο καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας Βαγγέλης Αθανασόπουλος περιέγραψε έναν «γεννημένο πεζογράφο», ο οποίος «διαβάζεται περισσότερο από κάθε άλλο πεζογράφο της γενιάς του για τη φυσικότητα και την αμεσότητα της λογοτεχνικής του έκφρασης».Ο Μ. Καραγάτσης δεν παύει να είναι από τους πλέον κινηματογραφικούς συγγραφείς. Και αυτό δίνει κόμη μεγαλύτερο έρεισμα στο να μεταφερθούν τα έργα του στην μικρή οθόνη. Η γραφή του δημιουργεί εικόνες, πλάθει χαρακτήρες με απίστευτες λεπτομέρειες. Παραμένει ο γοητευτικότερος και ο διαχρονικότερος της γενιάς του ακριβώς γιατί ο κεντρικός πυρήνας των συνθέσεών του, συνειδητά ή όχι, ορίζεται από την κυνική και ανάλαφρη αποσύνθεση της γενετήσιας ορμής από την ερωτική απόλαυση, της λογικής από το συναίσθημα και του πραγματισμού από τα κοινά οράματα». Αν και μιλούσε και αυτός για χαμένες πατρίδες και για φρικτούς πολέμους, στη γραφή του κυριαρχεί και μόνο το ένστικτο της επιβίωσης, ο ηδονισμός, το εύκολο κέρδος, το παιχνίδι της εξουσίας, ο αμοραλισμός, η γελοιοποίηση του αγαθού, ο διασυρμός του αποτυχημένου, η αποθέωση της ζούγκλας σε μια Ελλάδα ματωμένη «υπό ανάπτυξη».

Ο Μ. Καραγάτσης είναι ο μοναδικός απ τη γενιά του 30 και ένας από τους λίγους έλληνες συγγραφείς του 20 ου αιώνα γενικά που όσο περνάει ο χρόνος το όνομά του κάθε άλλο παρά ξεθωριάζει, που τα βιβλία του όχι μόνο δεν αραχνιάζουν αλλά κερδίζουν θριαμβευτικά τις νεότερες και τις νεότατες γενιές των αναγνωστών. Είναι προφανές ότι η αφήγησή του είναι πληθωρική, οι ήρωές του σαγηνευτικοί και στα μυθιστορήματά του πλάθονται ολόκληροι κόσμοι και τα διηγήματα του αποτελούν συναρπαστικές στιγμές της ζωής. Αν και κατηγορήθηκε από μια μερίδα της σύγχρονής του κριτικής για την «προχειρότητα» της γραφής του, η τη ροπή του προς το ευτελές και το χυδαίο, ή ακόμα τον κυνισμό του, παράλληλα δικαιώθηκε γιατί εξυμνούσε την καλλιέπεια και τη στρατευμένη μαχητικότητα και το πρωτοπορία. Είναι γεγονός ότι ο Μ. Καραγάτσης δεν καταδέχτηκε να εξωραΐσει, να ευπρεπίσει , να εξιδανικεύσει. Μέσα στις σελίδες του παρουσίαζε τους ανθρώπους όχι όπως θα έρεπε αλλά πως αληθινά ήταν: υψιπετείς και έρποντες, μικρόψυχοι και λεοντόκαρδοι, ταυτόχρονα ικανοί για το υπέροχο και για το απαίσιο. Επομένως, συναρπαστικοί μέσα στις αξεπέραστές τους αντιφάσεις…»

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2008

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ της Τούλας Μπούτου

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ

Θεατρικό μονόπρακτο
Κοινωνικό της Τούλας Μπούτου

Σκηνοθ.: Τ. Λέρτας.. Παίζουν: Τζ. Στεφανάτου, Ν. Καψής, Φ. Οικονομοπούλου. Σκην.-κοστ.: Μ. Μέλη. Διάρκεια 90'

ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΛΥΤΡΩΣΗΣ ΣΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ
της Τούλας Μπούτου

Ευτυχία Νικολακοπούλου
Διδάκτωρ Ελληνικής και Γαλλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Στο μυστικό μονοπάτι η σκηνή ανοίγει μέσα σε ένα σαλόνι με την εξομολόγηση μιας μαυροφορεμένης γυναίκας που έχασε το γιο και τη νύφη της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Είναι από τον μεγάλο αρχικό μονόλογο που το κοινό πληροφορείται για τη σχέση μητέρα γιος που ολοκληρώνεται λίγο αργότερα με την επίσκεψη της μητέρας της νύφης. Τα ερωτηματικά που εκφράζει γύρω από τη προσωπική ζωή του Φιλίπ αλλά την γενικότερη στάση του απέναντι στην κόρη της γενούν στον θεατή κάποιες ακαθόριστες αμφιβολίες για την επιτυχία αυτού του γάμου. Αυτή η συζήτηση δίνει την ευκαιρία στο κοινό να μάθει ότι Φιλίπ είχε μεγαλώσει στο πλευρό μιας αυταρχικής μητέρας με αυστηρά πρότυπα και περιορισμούς. Η σχέση μητέρα γιος αν και δεν φαίνεται να ήταν κλονισμένη, αυτό δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε εφόσον δεν υπάρχει η μαρτυρία του Φιλίπ. Μαθαίνουμε όμως ότι άκουσε τη συμβουλή της μητέρας του για να παντρευτεί μια “καθώς πρέπει” σύζυγο που πληρούσε το πρωτόκολλο της οικογένειάς του. Επομένως, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο γάμος ήταν επιβεβλημένος άρα αποτυχημένος τη στιγμή που δεν έγινε από το “μονοπάτι της καρδιάς” αλλά από την αυστηρή επιλογή της μητέρας. Λίγο πριν από το τέλος της παράστασης έχουμε την αποκαλυπτική εμφάνιση της Έλεν, μιας μαύρης Τανζανής που επιφυλάσσει για την λύση της πλοκής μια μεγάλη έκπληξη η οποία θα αλλάξει την πορεία των πραγμάτων και θα μετατρέψει την τραγωδία σε κωμωδία. Είναι η αποκάλυψη ενός μυστικού, που είναι η ύπαρξη ενός εγγονού από πρώτο πολιτικό γάμο του Φιλίπ όταν ήταν ακόμη φοιτητής.
Με την απρόσμενη είδηση, η μητρική λύπη θα μετατραπεί διαδοχικά σε χαρά και συγκίνηση. Παρά το γεγονός ότι η νεαρή μητέρα είναι αφρικανή, πρόκειται ουσιαστικά για ένα γυναικείο ρόλο που ενσαρκώνει το πρότυπο της μητρότητας, πρότυπο το οποίο έχει ήδη εξιδανικεύσει με την πέννα της η συγγραφέας από την αρχή της παράστασης. Γι αυτό και αποδέχεται την Έλεν προσδίνοντας για μια ακόμη φορά στην πονεμένη μητέρα, το μεγαλείο μιας τραγικής ηρωίδας με την πράξη της αναγνώρισης του παιδιού της με την πρόταση να μείνουν για πάντα στο σπίτι της.. Επιπλέον, αυτή η έκπληξη δημιουργεί μια έντονη συγκίνηση στο κοινό, που είχε ως εκείνη τη στιγμή διαφορετική γνώμη για τον ήρωα, και φέρνει ένα ευτυχισμένο τέλος στη παράσταση. Εκεί που όλοι νομίζουν ότι δεν θα υπάρξει λύση, και πιστεύουν σε μια βίαια αντίδραση της μητέρας-ρόλος, διαπιστώνουν μια αναγέννηση όπου η ηρωίδα δέχεται να αναλάβει υπό την κηδεμονία της Έλεν και το εγγονάκι της απορρίπτοντας έτσι όλες τις παλιές της αρχές.
Η επιτυχία της συγγραφέως δεν είναι μόνον να φτιάξει μια θεατρική παράσταση, αλλά να δείξει στον θεατή ότι όπως και στο θέατρο έτσι και στη ζωή κρατάμε μια μυστική πλευρά του εαυτού μας. Αυτό λοιπόν το μυστικό του Φιλίπ που έντεχνα το απεκάλυψε η συγγραφέας στο κοινό, θα μπορούσε να είχε μείνει για πάντα κρυφό. Τα πράγματα θα ήταν όμως πολύ διαφορετικά. Το τέλος θα ήταν αυτονόητο. Όμως η συγγραφέας με το ταλέντο της αλλά και με τη φιλοσοφία της ύπαρξης κάποιας δύναμης που επαναφέρει τα πάντα στην τάξη και μοιράζει τη δικαιοσύνη, επινοεί ένα έξυπνο τέχνασμα δημιουργώντας μια αναγνώριση όπως συχνά γίνεται άλλωστε και στις κλασικές κωμωδίες του Μολιέρου, του Ρακίνα και πολλών άλλων συγγραφέων. Κατορθώνει να ομορφύνει την πλοκή να την θεατροποιήσει και μετά από την αγωνία τον πόνο και την απελπισία, να φέρει μια λύση. Μια λύση ανθρώπινη, μεγαλειώδη και καθαρτική που απαλύνει την ατμόσφαιρα συγκινώντας τον θεατή με ένα γλυκό μήνυμα παρηγοριάς και αισιοδοξίας πως “η ζωή συνεχίζεται”.
Με τη δημιουργία της αυτή, η συγγραφέας καλεί το κοινό να σκεφτεί γύρω από το πρόβλημα της αλήθειας του ψεύδους του χάσματος των γενεών, της μητρικής αυταρχικότητας και των αταίριαστων γάμων. Καυτηριάζει το ρατσισμό, καταργεί την υποκρισία και αποδέχεται τον αληθινό έρωτα. Γι αυτό ίσως και η ίδια καταδικάζει σε θάνατο τους δύο νέους που παντρεύτηκαν χωρίς έρωτα. Πιστεύοντας ότι έτσι κι αλλιώς όταν δεν υπάρχει αίσθημα η ψυχή πεθαίνει. Δίνει όμως και την ευκαιρία στους αυταρχικούς γονείς να αλλάξουν και να ξεφύγουν από τα λανθασμένα πρότυπά τους.


Δρ Ευτυχία Νικολακοπούλου