Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

Ζηνόδοτος

Ζηνόδοτος

(325-260 π.Χ)

Ό πρώτος επίσημος προϊστάμενος της περίφημης Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης

Της Ευτυχίας Νικολακοπούλου

Δρ Ελληνικής και Γαλλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Η Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη ήταν στην εποχή της μια από τις μεγαλύτερες πνευματικές εστίες της Μεσογείου, σύμβολο πνευματικής κυριαρχίας του ελληνισμού στην οικουμένη και κυρίαρχο στοιχείο ενότητας του ελληνικού υπερκράτους στον τότε γνωστό κόσμο.1 Ιδρυτής αυτής της Μεγάλης Βιβλιοθήκης η οποία θα συμπεριλάμβανε την οικουμενική γνώση και πνευματική δράση, ήταν ο Πτολεμαίος2 Α' ο Σωτήρ, πιθανότατα γιος του Φιλίππου ο οποίος έδωσε εντολή στον Μανέθωνα, να συντάξει τα Αιγυπτιακάαπό στοιχεία που βρήκε σε ναούς, βασιλικά αρχαία, λογοτεχνικά, σπάνια θρησκευτικά, αστρολογικά και μαθηματικά κείμενα. Στρατιωτικός, διπλωμάτης και ειρηνιστής, είχε οραματιστεί τη συγκρότηση ενός πνευματικού κέντρου της ελληνικής αυτοκρατορίας με εθνικό χαρακτήρα και προσπάθησε να μεταφέρει και την περιπατητική μεθοδολογία και φιλοσοφική έρευνα στην Αλεξάνδρεια. Με αυτό το σκοπό συγκέντρωσε τους σημαντικότερους εκπρόσωπους του πνεύματος της εποχής του όπως τον Στράτωνα τον Αθηναίο, τον Φιλητά από την Κω, τον Ζηνόδοτο τον Εφέσιο, τον Δημήτριο Φαληρέα από την Αθήνα και άλλους. Επειδή η πόλη είχε λιμάνι, ζήτησε επίσης από όλα τα καράβια που έκαναν ενδιάμεση στάση στην Αλεξάνδρεια να επιτρέψουν να αντιγραφούν και μεταφραστούν όλα τα βιβλία που υπήρχαν μέσα. Στη συνέχεια, έδιναν το αντίγραφο και το πρωτότυπο διατηρούταν μέσα στην Βιβλιοθήκη. Έτσι, διατηρήθηκαν 90 000 πρωτότυπα έργα. Κατά τον Πλούταρχο, οι Πτολεμαίοι περιφρονούσαν την αιγυπτιακή γλώσσα και απέφευγαν ακόμη και το «Μακεδοννίζειν». Ήταν εραστές της πιο καθαρής ελληνικής γλώσσας, της Αττικής Διαλέκτου, την οποία και επιθυμούσαν να καταστήσουν παγκόσμια στον χώρο της σκέψης και διανοητικής δημιουργίας. Στόχευσαν λοιπόν στη συγκέντρωση όλης της λόγιας παράδοσης της Ανατολής, σε μια προσπάθεια να την συζεύξουν με την αντίστοιχη ελληνική γραμματεία. Αυτή την καθολική συγκέντρωση του πνευματικού πλούτου της τότε γνωστής ανθρωπότητας, την βάσισαν στην υποδομή της καθαρής ελληνικής γλώσσας που άλλωστε επικρατούσε απολύτως στην εποχή τους.

Ο Ζηνόδοτος ο Εφέσιος ήταν ο πρώτος βιβλιοθηκάριος της Αλεξανδρινής βιβλιοθήκης. Αναφέρε­ται ως τών εν Αλεξάνδρεια βιβλιοθηκών προύστης. Έτσι, άλλωστε, αναφέρονται και όλοι οι υπεύθυνοι τής Βιβλιοθήκης, καθώς ο ορός βιβλιοφύλαξ, τον όποιο κατα­γράφει ο Ι.Τζέτζης στα Προλεγόμενα, κατά την πτολεμαϊκή εποχή αναφέρεται στον φύλακα αρχείου. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη μελέτη του Ομήρου και φιλοτέχνησε κριτική έκδοσή του.3 Καταγόταν από την Έφεσο και είχε για δάσκαλο τον Φιλητά από την Κω. Το λεξικό Σούδα4 ή Σουίδα ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά λεξικά ή εγκυκλοπαίδειες το οποίο γράφτηκε τον δέκατο αιώνα αναφέρει ότι ανέλαβε ως παιδαγωγός της βασιλικής οικογένειας5 και στη συνέχεια χρίστηκε προϊστάμενος της Βιβλιοθήκης από τον Πτολεμαίο Α', θέση την οποία διατήρησε και κατά το διάστημα που ανέβηκε στον θρόνο ο μαθητής του Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος. Ήταν πνεύμα βαθιά ερευνητικό. Μια από τις δραστηριότητές του ήταν η συλλογή σπάνιων ζώων, καθώς και η μελέτη των συνηθειών τους. Ακολούθησε ο Ευεργέτης ο Α΄ ο οποίος υπήρξε η ευτυχής συνέχεια των δύο προηγουμένων. Προσπαθώντας να διατηρήσει τα πρωτεία έναντι της ανταγωνίστριας Περγάμου, είχε οργανώσει ομάδα ελέγχου των βιβλίων ταξιδιωτών και πλοιοκτητών, όσων πλοίων κατέπλεαν στην Αλεξάνδρεια . Τα κάτεσχε και απέδιδε στους κατόχους τους αντίγραφα. Με αυτό το σκοπό είχε συγκροτηθεί ειδική ομάδα ταχυγράφων-αντιγραφέων.

Για τον Ζηνόδοτο δεν γνωρίζουμε τίποτα σχετικό με την συμβολή του στη Βιβλιοθήκη, παρά μόνο, σύμ­φωνα με τη Σούδα, ότι είναι ο πρώτος φιλόλογος στον κύκλο του Μουσείου που ανέλαβε να φέρει σε πέρας μια ολοκληρωμένη κριτική έκδοση του Ομήρου. Αλλά, στα Προλεγόμενα του Iωάννη Τζέτζη6, τον δωδέκατο αιώνα, αναδύεται και πάλι το πρόβλημα της πρώτης έκδοσης των ομηρικών επών, που είχε ως πρωταγωνιστή τον Πεισίστρα­το, ενώ είχαν περάσει ήδη τριακόσια χρόνια από την εποχή του ως τον Ζηνόδοτο. Εν τούτοις, δεν είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε ακριβώς την έκταση και τη φύση των εργα­σιών του Ζηνοδότου στον Όμηρο, ούτε και από τα Προλεγόμενα:

τάς δέ σκηνικάς Αλέξανδρος τε, ώς έλθην ειπών, και Λυκόφρων διωρθώσαντο, τάς δέ ποιητικάς Ζηνόδοτος πρώτον καί ύστερον Άρίσταρχος διωρθώσαντο.

Όμως, δεν απο­κλείεται να υπήρξε ο πρώτος διορθωτής των ομηρικών επών, αν κρίνουμε και από τις φιλολογικές παρεμβάσεις του Αρίσταρχου, αργότερα, ο οποίος απέρριπτε ομηρικές λέξεις από την έκδοση του Ζηνοδότου. Επί πλέον, στα πλαίσια των φιλολογικών ανταγωνισμών, είχε υποστηριχθεί ότι τον έκτο αιώνα π.Χ., ο Ζηνόδοτος είχε στη διάθεσή του το «αττικό»7 χειρόγραφο, πιθανά το επίσημο κείμενο του Ομήρου που ακολουθούσαν πιστά οι ραψωδοί κατά τη διάρ­κεια των απαγγελιών τους στις εορτές των Παναθηναίων και το οποίο χρησιμοποίησε πρωτίστως στην έκδοσή του, γεγονός που απέκρυψαν οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι για λόγους υστεροφημίας. Ωστόσο, δεν υπήρξε απολύτως καμιά μαρτυρία στα έργα της αρχαίας Λογοτεχνίας για ένα «αττικό» κείμενο του έκτου αιώνα, κοινά αποδεκτό στον ελληνικό κόσμο8. Έτσι, ή παλαιότε­ρη γνωστή έκδοση του Ομήρου παραμένει εκείνη του Αντιμάχου από τον Κολοφώνα, που χρονολογείται στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. Άλλωστε από την παπυρική πτολεμαϊκή παράδοση συμπεραίνουμε τον τρόπο με τον όποιο προσέγγισε ο Ζηνόδοτος τον Όμηρο, καθώς γνωρίζουμε ότι είχε στα χέρια του έναν μεγάλο αριθμό αντιγράφων που προέρχονταν από διάφορες πόλεις, και της περιφέρειας, όπως από τη Σινώπη, τη Χίο, τη Μασσαλία και το Άργος. Από αυτά, επέλεξε το καταλληλότερο για να αποτελέσει τη βάση του φιλολογικού του εγχειρήματος και προχώρησε παραβάλλοντας τα χωρία που έχρηζαν διόρθωσης, απαλείφοντας ακόμη και ολόκληρους στίχους, για να καταλήξει στη Ζηνοδότειου έκδοση. Την ίδια στιγμή που οι συνάδελφοί του μετέφραζαν τις τραγωδίες και τις κωμωδίες, ο Ζηνόδοτος ασχολήθηκε με τον Όμηρο. Εξέδωσε τη Διόρθωση καθώς και το Γλωσσάριο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας ενώ απέρριψε τους Ομηρικούς Ύμνους ως μεταγενέστερους. Ο Ζηνόδοτος είναι πρωτοπόρος ενός νέου τρόπου μελέτης των ελλήνων κλασικών συγγραφέων. Έδωσε ιδιαίτερη σημασία στα κριτήρια της εσωτερικής συνοχής. Μετά τον θάνατό του, στη θέση του προϊσταμένου της Βιβλιοθήκης τοποθετήθηκε ο Απολλώνιος ο Ρόδιος ο οποίος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, μεταξύ του 295 και 290 π.Χ και ονομάστηκε έτσι επειδή πέρασε το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του στη Ρόδο. Οι μαθητές του όπως ο Αρίσταρχος από τη Σαμοθράκη και ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος που είχε σπουδάσει κοντά στον Ζηνόδοτο και τον Καλλίμαχο. συμπλήρωσαν στη συνέχεια το έργο του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Για την Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας:

α. Η επιστολή του Ιουδαίου ελληνιστή Αριστέα που συντάχθηκε περί το 160 π.Χ.
β. Ο Στράβων (1ος αι. π.Χ.).
γ. Ο Έλλην χριστιανός και ιατρός Γαληνός (2ος αι. μ.Χ.) (2)
δ. Αυτόπτες εκκλησιαστικοί συγγραφείς όπως ο Επιφάνιος και ο Αφθόνιος (4ος αι. μ.Χ.).
ε. Ο Ιωάννης Τζέτζης (12ος αι. μ.Χ.)

Για τον Ζηνόδοτο, βλ.

-Westermann , A., Vitarium Scriptores Graeci, Brunsvigae 1845, σελ.369.

Για την εργασία του Ζηνοδότου πάνω στον Όμηρο, βλ.

Κωνσταντίνος, Σπ.Στάικος Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΣΤΟΝ ΔΥΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ «από τον Μίνωα στην Κλεοπάτρα», ΚΟΤΙΝΟΣ, ΑΘΗΝΑ 2002.

Pfeiffer, R.P., Callimacchus, 2 τομ.Oxford . Clarendon Press, 1949-1953.

Ιστορία της Κλασσικής Φιλολογίας. Από των Αρχών μέχρι του τέλους των Ελληνιστικών Χρόνων, μτφρ. Π.Ξένος, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών.

Βιογραφία

Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Γιοβάνη, εκδ.Χ.Γιοβάνη, Αθήνα 1978.

Kaibel, G., « Die Prolegomena Περί Κωμωδίας», QGGZ ; nea seira, 2,4 (1898), 4.

Άγαλμα του Πτολεμαίου του Β που βρισκόταν αρχικά στην πόρτα του Φάρου της Αλεξάνδρειας που περισυλλέχθηκε από τη θάλασσα, και έκτοτε βρίσκεται μπροστά στην Αλεξανδρινή Βιβλιοθήκη.

Θα στείλω ηλεκτρονικά και άλλες 2 ή τρεις φωτογραφίες



1 Κωνσταντίνος, Σπ.Στάικος Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΣΤΟΝ ΔΥΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ «από τον Μίνωα στην Κλεοπάτρα», ΚΟΤΙΝΟΣ, ΑΘΗΝΑ 2002, σελ.157.

2 Αφού μετέφερε την σορό του Αλέξανδρου στην Αλεξάνδρεια και ανήγειρε σχετικό μαυσωλείο. Πέθανε το 283 π.Χ.

3 Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Γιοβάνη, εκδ. Χ.Γιοβάνη, Αθήνα 1978.

4 Το Σούδα εκδόθηκε με κριτικά σχόλια από την Δανή Άντα Άντλερ (Ληψία, 1928-1938). Ενώ στην Ελλάδα την έκδοσή του επιμελήθηκε πριν λίγα χρόνια ο καθηγητής βυζαντινής φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ Βασίλειος Κατσαρός.

5 Την εποχή εκείνη, για να γίνει κανείς βιβλιοθηκάριος έπρεπε να είναι διδάσκαλος της βασιλικής οικογένειας

6 Kaibel, G., « Die Prolegomena Περί Κωμωδίας», QGGZ ; nea seira, 2,4 (1898), 4.

7 Το «αττικό» χειρόγραφο ήταν πιθανά το επίσημο κείμενο του Ομήρου το όποιο ακολουθούσαν πιστά οι ραψωδοί κατά τη διάρ­κεια των απαγγελιών τους στις εορτές των Παναθηναίων.

8 Έτσι, ή παλαιότε­ρη γνωστή έκδοση του Ομήρου παραμένει εκείνη του Αντιμάχου από τον Κολοφώνα, που χρονολογείται στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: